Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Υψοφοβία.

Δε μπορω να αποφυγω το σκοταδι,
αν και δεν εχω αποκοπει εντελωσ απο τα χρωματα.

Νιωθω ενα μουδιασμα στο στηθοσ,
η καρδια μου επιβραδυνει τουσ χτυπουσ τησ.
Ξερω ομωσ πωσ δε θα πεθανω.

Δε φοβαμαι,
μα το σωμα δε μαφηνει να κανω βημα.
Παραμενω γατζωμενη στο κρεβατι
με τα ασπρα αναστατα σεντονια.

Το λιγοστο φωσ του δωματιου πηγαζει απο μια τηλεοραση
που μονο δειχνει παρασιτα. Το ασπρο των σεντονιων φανταζει
μπλε καθωσ πεφτει το εκτυφλωτικο φωσ τησ πανω τουσ.

Απο κατω μου, κενο.

Οι αντιθεσεισ μεσα μου παλευουν να με διωξουν απο
το δωματιο του ψυχιατρειου. Μοιαζω να μη ξερω τι υπαρχει εξω απο αυτο.

Ρισκο.

Η μισανυχτη πορτα με δελεαζει. Δε ξερω τι υπαρχει περα απο αυτην.
Αλλωστε, περασα αιωνεσ σε αυτο το δωματιο με μονη παρεα αυτη τη χαλασμενη τηλεοραση.

Δεν εχω ιδεα πωσ βρεθηκα εξω απο το δωματιο.
Μουδιασμενη στο σωμα και στο μυαλο,
καταφερνω κι εχω σωας τας φρενας,
παρ'ολο το θεαμα που αντικρυζω.

Ραντζα στιβαγμενα. Ανθρωποι(;) αρρωστοι,σαπισμενοι,
ισωσ νεκροι. Ολοι τουσ δεμενοι με δερματινεσ ζωνεσ σε αυτα.
Ολοι τουσ αχρωμοι,καθηλωμενοι.

Τουσ κοιτω, αναγνωριζω μοναχα ενα προσωπο.
Το βλεμμα τησ νεκρο. Το δερμα τησ καταλευκο.
Μπλε και πρασινεσ αχτιδεσ στα μαλλια και τα ματια τησ.
Τι τησ συμβαινει;

Δε νιωθω τιποτα. Η καρδια μου εχει πλεον σταματησει.
Προσπερναω τουσ αρρωστουσ ασυγκινητη, κατι με σπρωχνει να βγω
παραεξω. Μια μεγαλη πορτα σιδερενια βρισκεται στο βαθοσ, απ'αυτεσ των εργοστασιων.

Εξοδοσ.

Δεν ανοιξα την πορτα. Ισωσ δεν ειχα τη δυναμη να το κανω,
μα βρισκομαι απεξω.

Ενα απεραντο λιβαδι, με κιτρινα και πρασινα χορτα.
Δεν υπαρχει ουρανοσ.

Ενα αισθημα ευφοριασ με κυριευει.
Δεν ειμαι νεκρη. Δεν ειμαι στον παραδεισο, ουτε στην κολαση.
Αλλωστε ποτε δεν πιστεψα τισ υποσχεσεισ τουσ.


Απλωσ.

Ειμαι μονη.

Ειμαι

ελευθερη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου